Όσπρια με ποικιλιακή ταυτότητα για βιώσιμη γεωργία

24 Ιαν 2023

Σε ποικιλίες οσπρίων που είναι παραγωγικότερες ανά μονάδα γης, που διαθέτουν συγκεκριμένα ευεργετικά χαρακτηριστικά για την ανθρώπινη υγεία και που ταυτόχρονα είναι ανθεκτικές απέναντι στην κλιματική αλλαγή επικεντρώνεται η έρευνα στο Ινστιτούτο Βιομηχανικών και Κτηνοτροφικών Φυτών του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ.

Οι έντονες κλιματικές μεταβολές από έτος σε έτος, το ελλειμματικό υδατικό ισοζύγιο, η παρατεταμένη ξηρασία, οι υψηλές θερμοκρασίες, οι νεοεμφανιζόμενοι εχθροί και ασθένειες, οι ελλείψεις σε φυτοφάρμακα κ.α. δημιουργούν αστάθεια στις αποδόσεις των καλλιεργούμενων οσπρίων από χρονιά σε χρονιά.

Προκειμένου οι παραγωγοί να εξασφαλίσουν υψηλή αποδοτικότητα και σταθερή παραγωγή υψηλής ποιότητας προϊόντος, χρειάζεται να επιλέξουν την κατάλληλη ποικιλία, δηλαδή μια σύγχρονη βελτιωμένη ποικιλία: «Ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία για την αντιμετώπιση των ποικίλων βιοτικών και αβιοτικών καταπονήσεων των καλλιεργειών που έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους τα τελευταία χρόνια είναι η χρήση σύγχρονων βελτιωμένων ποικιλιών, που όχι μόνο αυξάνουν την αποδοτικότητα, αλλά προσδίδουν και προστιθέμενη αξία στο τελικό προϊόν», εξηγεί ο Δρ. Δημήτριος Βλαχοστέργιος που ηγείται του Ινστιτούτου Βιομηχανικών και Κτηνοτροφικών Φυτών του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιστήμη της Γενετικής Βελτίωσης Φυτών σήμερα, διαθέτει πολύ αποτελεσματικά εργαλεία για να δημιουργήσει παραγωγικότερες ποικιλίες, με ταυτότητα, με υψηλό δυναμικό σταθερότητας και με γενετικά χαρακτηριστικά, που τις καθιστούν ανθεκτικές απέναντι στις ασθένειες και την κλιματική αλλαγή.

«Με τις δυνατότητες που προσφέρει σήμερα η γενετική στους βελτιωτές φυτών και μέσα από ένα σταθερό πλαίσιο εθνικής στρατηγικής για την έρευνα μπορεί να αντιμετωπιστεί η πρόκληση της επισιτιστικής κρίσης και φυσικά να δημιουργηθούν ποικιλίες που οδηγούν στην παραγωγή λειτουργικών τροφίμων, δηλαδή τροφίμων από φυτά που μπορούν να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση διάφορων προβλημάτων υγείας των καταναλωτών, αλλά και ποικιλίες που μπορούν να αξιοποιηθούν ως ποιοτικές ζωοτροφές. Τέτοια παραδείγματα είναι η παραγωγή ποικιλιών σιταριού είτε για άλευρα, είτε για ζυμαρικά, που είναι ελεύθερες γλουτένης ή η παραγωγή οσπρίων και κτηνοτροφικών ψυχανθών με αυξημένη περιεκτικότητα πρωτεΐνης στο 26% -27%, σιδήρου και αντιοξειδωτικών», προσθέτει ο Έλληνας ερευνητής.

Ανάγκη για νέες ποικιλίες ψυχανθών

Tα όσπρια κατατάσσονται στην οικογένεια των ψυχανθών που αριθμεί περίπου 18.000 είδη και μια από τις οικογένειες φυτών με την πλουσιότερη βιοποικιλότητα. Στη γεωργία, γίνεται η διάκριση κυρίως σε όσπρια τα οποία απευθύνονται στην ανθρώπινη κατανάλωση και σε κτηνοτροφικά ψυχανθή που αξιοποιούνται στη διατροφή των αγροτικών ζώων, ενώ πολλά από αυτά είναι είδη με διπλή χρήση.

Σύμφωνα με τον Δρα. Βλαχοστέργιο, η οικογένεια των ψυχανθών έχει τη δυνατότητα να διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο στο νέο μοντέλο Βιώσιμης γεωργίας, καθώς διαθέτουν ξεχωριστές ιδιότητες που δεν απαντώνται σε άλλα φυτικά είδη, όπως τη μοναδική ιδιότητα να δεσμεύουν το άζωτο της ατμόσφαιρας και να το αξιοποιούν για την ανάπτυξη τους χωρίς να απαιτούν προσθήκη αζωτούχων λιπασμάτων.

«Μετά τη συγκομιδή τους αφήνουν στο έδαφος σημαντικές ποσότητες αζώτου τις οποίες μπορεί να εκμεταλλευτεί η επόμενη καλλιέργεια. Χάρις σ’ αυτή την ιδιότητα τους τα ψυχανθή χρησιμοποιούνται στα συστήματα αμειψισποράς ενισχύοντας έτσι την οικονομικότητα και την αειφορικότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Ακόμη, λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη τα ψυχανθή αποτελούν απαραίτητη διατροφική ομάδα για την ανθρώπινη κατανάλωση και την παραγωγή ζωοτροφών. Τα περισσότερα πρωτεϊνούχα κτηνοτροφικά φυτά ανήκουν στην οικογένεια των ψυχανθών», λέει ο ίδιος.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι περισσότερες από τις μέχρι σήμερα καλλιεργούμενες ποικιλίες χαρακτηρίζονται από ικανοποιητικό δυναμικό αποδόσεων αλλά παρουσιάζουν χαρακτηριστική αστάθεια από χρονιά σε χρονιά. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές αυτός είναι ένας από τους βασικότερους λόγους που παρά τη μεγάλη τους σπουδαιότητα τα ψυχανθή καλλιεργούνται σε περιορισμένη έκταση στην ΕΕ, καταλαμβάνοντας μόνο το 3-5% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Σε μια Ευρώπη όπου η φυτική πρωτεΐνη που παράγεται καλύπτει μόνο το 30% των αναγκών, αντιλαμβάνεται κάποιος την ανάγκη για αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων με νέες βελτιωμένες ποικιλίες ψυχανθών.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση των βελτιωμένων ποικιλιών ρεβιθιού ΑΝΔΡΟΣ, ΣΕΡΙΦΟΣ & ΑΜΟΡΓΟΣ, πραγματοποιήθηκε μεταφορά γονιδίων ανθεκτικότητας στις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, λόγω αλλαγής της περιόδου σποράς. «Από τα προγράμματα βελτίωσης του Ινστιτούτου δημιουργήθηκαν οι εν λόγω ποικιλίες με αντοχή σε θερμοκρασίες έως -12οC που μπορούν να σπαρθούν το φθινόπωρο. Μ’ αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται αύξηση της απόδοσης 25-40% λόγω αξιοποίησης της διαθέσιμης εδαφικής υγρασίας που υπάρχει κατά τους πρώτους μήνες της άνοιξης», περιγράφει ο Δρ. Βλαχοστέργιος.

Αντίστοιχο είναι και το παράδειγμα των ποικιλιών φακής ΑΘΗΝΑ και ΕΛΠΙΔΑ όπου ο μηχανισμός αποφυγής της ξηρασίας στο πολύ ευαίσθητο στάδιο της άνθισης και γεμίσματος του λοβού ήταν η επιλογή πολύ πρώιμων ποικιλιών. «Από τα προγράμματα βελτίωσης του Ινστιτούτου δημιουργήθηκαν η πλατύσπερμη ποικιλία φακής ΕΛΠΙΔΑ η οποία ανθίζει στα μέσα προς τέλη Μαρτίου, όπως και η λεπτόσπερμη ποικιλία ΑΘΗΝΑ. Έτσι αποφεύγεται η περίοδος της έντονης ξηρασίας κατά τους κρίσιμους μήνες Απρίλιο και Μάιο. Σε χρονιές με έντονα φαινόμενα ξηρασίας η φακή ΕΛΠΙΔΑ απέδωσε έως και 40% περισσότερο από τους αντίστοιχους μάρτυρες», συμπληρώνει ο ίδιος.

Αναγκαία η χρήση πιστοποιημένου σπόρου

Για να δημιουργηθεί μια καινούργια βελτιωμένη ποικιλία απαιτούνται έως και 10 χρόνια σκληρής δουλειάς και αξιολόγησης στον αγρό. Η ποιότητα του τελικού προϊόντος εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την ποικιλία που καλλιεργείται και δευτερευόντως από το περιβάλλον καλλιέργειας. Για παράδειγμα, ο μικρός χρόνος βρασμού ή η υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη είναι κάποια από τα βασικότερα χαρακτηριστικά που επιθυμούν οι καταναλωτές των οσπρίων τα οποία επηρεάζονται από διάφορους εδαφοκλιματικούς παράγοντες. Μάλιστα ένα από τα κύρια συμπεράσματα του εθνικού προγράμματος «Αξιολόγηση και βελτίωση γηγενών πληθυσμών και ποικιλιών φακής για ιδιαίτερα αγροκομικά, φυσιολογικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά» που συντόνισε το Ινστιτούτο, ήταν ότι υπάρχει ισχυρή επίδραση του περιβάλλοντος καλλιέργειας με τα χαρακτηριστικά της περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη και του χρόνου βρασμού. Ωστόσο, αν η ποικιλία δεν διαθέτει στο κληρονομικό της δυναμικό, δηλαδή στο DNA, το χαρακτηριστικό ενδιαφέροντος, πχ. να είναι «βραστερή», ακόμα και αν όλοι οι άλλοι παράγοντες είναι ευνοϊκοί, το παραγόμενο όσπριο δεν θα έχει την επιθυμητή ποιότητα.

H ανταγωνιστικότητα της ελληνικής γεωργίας μέσω της παραγωγής προϊόντων με ποικιλιακή ταυτότητα διασφαλίζεται μέσω της καλλιέργειας πιστοποιημένου σπόρου. Στην Ελλάδα, η πιστοποίηση της ποικιλιακής ταυτότητας του παραγόμενου σπόρου γίνεται μέσω των Τμημάτων Αγροτικής Ανάπτυξης και Ελέγχων του ΥπΑΑΤ (πρώην ΚΕΠΠΥΕΛ).

Ωστόσο, η Ελληνική σποροπαραγωγή οσπρίων αλλά και γενικότερα το σύστημα της σποροπαραγωγής στη χώρα μας, εμφανίζει μια σειρά από παθογένειες που σχετίζονται με τον τρόπο αναπολλαπλασιασμού, τον έλεγχο, την πιστοποίηση και τη διανομή των σπόρων σποράς και που οδηγούν στην έλλειψη ή στην κακή ποιότητα του πιστοποιημένου γενετικού υλικού, όπως οι σπόροι για κατανάλωση (grains) που διακινούνται στην αγορά ως σπόροι σποράς (seeds).

Η άγνοια της φυτουγειονομικής κατάστασης τέτοιων σπόρων και η μεγάλη ευαισθησία τους σε διάφορες ασθένειες δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην ανάπτυξη της καλλιέργειας. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η περίπτωση του μεγαλόσπερμου ρεβιθιού. «Τα τελευταία χρόνια εισάγεται και καλλιεργείται μια «ποικιλία» μεγαλόσπερμου ρεβιθιού με το όνομα «Macarena», η οποία λόγω του εντυπωσιακού μεγέθους είναι ιδιαίτερα επιθυμητή από τους καταναλωτές. Ωστόσο, το συγκεκριμένο προϊόν δεν αποτελεί ποικιλία και δεν είναι καταγεγραμμένο στον Εθνικό Κατάλογο. Εισάγεται σαν όσπριο για κατανάλωση και σποροπαράγεται παράνομα χωρίς καμία πιστοποίηση. Εκτός των παραπάνω, η ποικιλία παρουσιάζει μεγάλη ευαισθησία στην ασκοχύτωση (Ascochyta rabiei). Όπως είναι γνωστό ο μύκητας διατηρείται για δυο τουλάχιστον έτη με τα μολυσμένα φυτικά υπολείμματα και τους μολυσμένους σπόρους συντελώντας στη μετάδοση και διατήρηση της ασθένειας. Το γεγονός αυτό δημιουργεί συνθήκες άνισου ανταγωνισμού με τις Ελληνικές ποικιλίες οι οποίες υστερούν ελαφρά σε μέγεθος, αλλά υπερέχουν σημαντικά σε ποιότητα και αντοχή ή ανοχή στην ασθένεια της ασκοχύτωσης», επισημαίνει ο Δρ. Βλαχοστέργιος.

Σύμφωνα με τον ίδιο στο Ινστιτούτο Βιομηχανικών και Κτηνοτροφικών Φυτών του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ έχουν δημιουργηθεί και συνεχίζουν να δημιουργούνται ελληνικές ποικιλίες οσπρίων όπως δυο κατηγορίες ψιλής και χοντρής φακής, τρεις κατηγορίες ρεβιθιού ενώ αναμένονται και νέες ποικιλίες ξηρού φασολιού με ιδιαίτερα αγροκομικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά.

 

Πληροφορίες: Δρ Δ. Βλαχοστέργιος, vlachostergios_at_elgo.gr